Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interweave
01
πλέκω, συνδυάζω
to combine different elements together intricately or harmoniously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interweave
γ΄ ενικό πρόσωπο
interweaves
ενεστώτα μετοχή
interweaving
απλός αόριστος
interwove
παθητική μετοχή
interwoven
Παραδείγματα
The author managed to interweave historical facts with fiction, creating a seamless and engaging narrative.
Ο συγγραφέας κατάφερε να συνυφαίνει ιστορικά γεγονότα με μυθοπλασία, δημιουργώντας μια απρόσκοπτη και συναρπαστική αφήγηση.



























