Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interweave
01
πλέκω, συνδυάζω
to combine different elements together intricately or harmoniously
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interweave
γ΄ ενικό πρόσωπο
interweaves
ενεστώτα μετοχή
interweaving
απλός αόριστος
interwove
παθητική μετοχή
interwoven
Παραδείγματα
The teacher 's lesson plan interweaves theoretical concepts with practical applications to enhance student understanding.
Το σχέδιο μαθήματος του δασκάλου πλέκει θεωρητικές έννοιες με πρακτικές εφαρμογές για να ενισχύσει την κατανόηση των μαθητών.



























