to interweave
in
ˌɪn
in
ter
weave
ˈwi:v
viv
interleave
interwove

Ορισμός και σημασία του "interweave"στα αγγλικά

to interweave
01

πλέκω, συνδυάζω

to combine different elements together intricately or harmoniously 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interweave
γ΄ ενικό πρόσωπο
interweaves
ενεστώτα μετοχή
interweaving
απλός αόριστος
interwove
παθητική μετοχή
interwoven
Παραδείγματα
The author managed to interweave historical facts with fiction, creating a seamless and engaging narrative. 

Ο συγγραφέας κατάφερε να συνυφαίνει ιστορικά γεγονότα με μυθοπλασία, δημιουργώντας μια απρόσκοπτη και συναρπαστική αφήγηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store