Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interpellate
01
ανακρίνω, επίσημα ανακρίνω
to formally question someone, especially in a legal or parliamentary context
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interpellate
γ΄ ενικό πρόσωπο
interpellates
ενεστώτα μετοχή
interpellating
απλός αόριστος
interpellated
παθητική μετοχή
interpellated
Παραδείγματα
Citizens will interpellate officials about the new project.
Οι πολίτες θα ανακρίνουν τους αξιωματούχους σχετικά με το νέο έργο.
Λεξικό Δέντρο
interpellation
interpellate



























