Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interdependent
01
αλληλοεξαρτώμενος, αμοιβαία εξαρτώμενος
depending on each other and mutually reliant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most interdependent
συγκριτικός βαθμός
more interdependent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The interdependent parts of the ecosystem rely on each other for survival.
Τα αλληλοεξαρτώμενα μέρη του οικοσυστήματος βασίζονται το ένα στο άλλο για την επιβίωση.
Λεξικό Δέντρο
interdependent
interdepend



























