Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interdependent
01
αλληλοεξαρτώμενος, αμοιβαία εξαρτώμενος
depending on each other and mutually reliant
Παραδείγματα
The countries signed a treaty to promote interdependent trade relations.
Οι χώρες υπέγραψαν μια συνθήκη για την προώθηση αλληλοεξαρτώμενων εμπορικών σχέσεων.
Λεξικό Δέντρο
interdependent
interdepend



























