to interbreed
in
ˌɪn
in
terb
ˈtəb
tēb
reed
rid
rid
interbred

Ορισμός και σημασία του "interbreed"στα αγγλικά

to interbreed
01

διασταυρώνω, υβριδοποιώ

to breed between different species or varieties 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interbreed
γ΄ ενικό πρόσωπο
interbreeds
ενεστώτα μετοχή
interbreeding
απλός αόριστος
interbred
παθητική μετοχή
interbred
Παραδείγματα
Farmers interbreed cows to improve milk quality. 

Οι αγρότες διασταυρώνουν αγελάδες για να βελτιώσουν την ποιότητα του γάλακτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store