to interbreed
Pronunciation
/ˌɪntɚbɹˈiːd/

Ορισμός και σημασία του "interbreed"στα αγγλικά

to interbreed
01

διασταυρώνω, υβριδοποιώ

to breed between different species or varieties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interbreed
γ΄ ενικό πρόσωπο
interbreeds
ενεστώτα μετοχή
interbreeding
απλός αόριστος
interbred
παθητική μετοχή
interbred
Παραδείγματα
The lab interbreeds fruit flies to study genetic traits.
Το εργαστήριο διασταυρώνει μύγες φρούτων για να μελετήσει γενετικά χαρακτηριστικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store