intended
in
ɪn
in
ten
ˈtɛn
ten
ded
dɪd
did
interred

Ορισμός και σημασία του "intended"στα αγγλικά

01

προσχεδιασμένος, επιθυμητός

planned, desired, or aimed for as a specific goal or objective 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intended
συγκριτικός βαθμός
more intended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The intended outcome of the project was to increase efficiency and reduce costs for the company. 

Το επιθυμητό αποτέλεσμα του έργου ήταν η αύξηση της αποτελεσματικότητας και η μείωση του κόστους για την εταιρεία.

01

αρραβωνιαστικός, αρραβωνιαστικιά

someone who is engaged to be married 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intendeds
Παραδείγματα
She introduced her intended at the family gathering. 

Παρουσίασε τον αρραβωνιαστικό της στη συγκέντρωση της οικογένειας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store