Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intended
01
προσχεδιασμένος, επιθυμητός
planned, desired, or aimed for as a specific goal or objective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intended
συγκριτικός βαθμός
more intended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The curriculum was designed with the intended purpose of preparing students for college and career success.
Το πρόγραμμα σπουδών σχεδιάστηκε με την πρόθεση να προετοιμάσει τους μαθητές για επιτυχία στο κολέγιο και στην καριέρα.
Intended
01
αρραβωνιαστικός, αρραβωνιαστικιά
someone who is engaged to be married
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intendeds
Παραδείγματα
He sent a letter to his intended expressing his love.
Έστειλε ένα γράμμα στη αρραβωνιαστικιά του εκφράζοντας την αγάπη του.
Λεξικό Δέντρο
unintended
intended
intend



























