Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instinctive
01
ενστικτώδης, έμφυτος
relating to actions or behaviors that occur naturally, without conscious thought or learning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most instinctive
συγκριτικός βαθμός
more instinctive
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instinctive response to danger is to flee or fight.
Η ενστικτώδης αντίδραση στον κίνδυνο είναι η φυγή ή η μάχη.
Λεξικό Δέντρο
instinctively
instinctive
instinct



























