instinct
ins
ˈɪns
ινσ
tinct
tɪnkt
τινκτ
/ˈɪnstɪŋkt/

Ορισμός και σημασία του "instinct"στα αγγλικά

01

ένστικτο, ώθηση

a natural reaction or behavior that occurs automatically, without conscious thought or reasoning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
instincts
Παραδείγματα
The swimmer 's instinct to hold her breath underwater helped her win the race.
Το ένστικτο του κολυμβητή να κρατάει την αναπνοή του υποβρύχια τον βοήθησε να κερδίσει τον αγώνα.
01

διαποτισμένος, διαπερασμένος

deeply filled or permeated with a quality, feeling, or tendency
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team was instinct with energy and determination.
Η ομάδα ήταν ενστικτωδώς γεμάτη ενέργεια και αποφασιστικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store