instance
ins
ˈɪns
ινσ
tance
təns
τανσ
/ˈɪnstəns/

Ορισμός και σημασία του "instance"στα αγγλικά

01

περίπτωση, παράδειγμα

a specific case or example of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
instances
Παραδείγματα
Instances of plagiarism can result in serious consequences for students.
Παραδείγματα λογοκλοπής μπορούν να έχουν σοβαρές συνέπειες για τους μαθητές.
02

παράδειγμα, περίπτωση

an item of information that is typical of a class or group
to instance
01

παραδειγματίζω, εξηγώ με παράδειγμα

to explain something by giving an example
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
instance
γ΄ ενικό πρόσωπο
instances
ενεστώτα μετοχή
instancing
απλός αόριστος
instanced
παθητική μετοχή
instanced
Παραδείγματα
The manager instanced several case studies to explain the new procedure.
Ο διαχειριστής επιδίδεται σε πολλές μελέτες περιπτώσεων για να εξηγήσει τη νέα διαδικασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store