Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Instance
01
περίπτωση, παράδειγμα
a specific case or example of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
instances
Παραδείγματα
In this instance, the customer's complaint was resolved promptly by the manager.
Σε αυτή την περίπτωση, το παράπονο του πελάτη επιλύθηκε αμέσως από τον διαχειριστή.
02
παράδειγμα, περίπτωση
an item of information that is typical of a class or group
to instance
01
παραδειγματίζω, εξηγώ με παράδειγμα
to explain something by giving an example
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
instance
γ΄ ενικό πρόσωπο
instances
ενεστώτα μετοχή
instancing
απλός αόριστος
instanced
παθητική μετοχή
instanced
Παραδείγματα
The teacher instanced a famous historical event to clarify the concept.
Ο δάσκαλος παραδείγματισε ένα διάσημο ιστορικό γεγονός για να διευκρινίσει την έννοια.
Λεξικό Δέντρο
instancy
instance



























