to instal
Pronunciation
/ɪnstˈɔːl/

Ορισμός και σημασία του "instal"στα αγγλικά

to instal
01

εγκαθιστώ, ρυθμίζω

set up for use
to instal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
install
γ΄ ενικό πρόσωπο
installs
ενεστώτα μετοχή
installing
απλός αόριστος
installed
παθητική μετοχή
installed
02

εγκαθιστώ, τοποθετώ

place
03

εγκαθιστώ, διορίζω

put into an office or a position
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store