Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inspired
01
εμπνευσμένος, εξαιρετικός
impressive or exceptional in a way that seems the result of a sudden creative impulse
Παραδείγματα
The film 's ending was an inspired twist.
Το τέλος της ταινίας ήταν μια εμπνευσμένη ανατροπή.
02
εμπνευσμένος, δημιουργικός
(of a person) showing strong creativity or originality
Παραδείγματα
The architect is inspired when designing innovative structures.
Ο αρχιτέκτονας είναι εμπνευσμένος όταν σχεδιάζει καινοτόμες κατασκευές.
03
εμπνευσμένος, από έμπνευση
used to state the motive or reason behind something
Παραδείγματα
The restaurant's menu is Mediterranean-inspired, featuring dishes from Mediterranean cuisine.
Το μενού του εστιατορίου είναι εμπνευσμένο από τη Μεσόγειο, με πιάτα από τη μεσογειακή κουζίνα.
Λεξικό Δέντρο
uninspired
inspired
inspire



























