Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inspired
01
εμπνευσμένος, εξαιρετικός
impressive or exceptional in a way that seems the result of a sudden creative impulse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inspired
συγκριτικός βαθμός
more inspired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concert was an inspired performance that left the audience in awe.
Η συναυλία ήταν μια εμπνευσμένη παράσταση που άφησε το κοινό σε δέος.
02
εμπνευσμένος, δημιουργικός
(of a person) showing strong creativity or originality
Παραδείγματα
The writer is inspired and always produces fresh ideas.
Ο συγγραφέας είναι εμπνευσμένος και παράγει πάντα φρέσκες ιδέες.
03
εμπνευσμένος, από έμπνευση
used to state the motive or reason behind something
Παραδείγματα
Her cooking is French-inspired, using traditional French techniques and ingredients.
Η μαγειρική της είναι εμπνευσμένη από τη Γαλλία, χρησιμοποιώντας παραδοσιακές γαλλικές τεχνικές και υλικά.
Λεξικό Δέντρο
uninspired
inspired
inspire



























