Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inspirit
01
ενθαρρύνω, εμπνέω
to fill someone with courage, enthusiasm, or a sense of inspiration
Transitive: to inspirit sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inspirit
γ΄ ενικό πρόσωπο
inspirits
ενεστώτα μετοχή
inspiriting
απλός αόριστος
inspirited
παθητική μετοχή
inspirited
Παραδείγματα
Last week, they inspirited each other during a challenging project.
Την περασμένη εβδομάδα, ενθάρρυναν ο ένας τον άλλον κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
inspiriting
inspirit
spirit



























