inspection
ins
ɪns
ins
pec
ˈpɛk
pek
tion
ʃən
shēn
injectioninflectioninfection

Ορισμός και σημασία του "inspection"στα αγγλικά

01

επιθεώρηση, έλεγχος

a careful or official examination of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inspections
Παραδείγματα
The building had an inspection. 

Το κτίριο υπέστη επιθεώρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store