Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inspect
01
επιθεωρώ, εξετάζω
to carefully examine something to check its condition or make sure it meets standards
Transitive: to inspect sth
Παραδείγματα
The supervisor inspects the machinery to detect any signs of wear or malfunction.
Ο επόπτης ελέγχει τα μηχανήματα για να εντοπίσει τυχόν σημάδια φθοράς ή δυσλειτουργίας.
02
επιθεωρώ, εξετάζω
to look at someone or something carefully
Transitive: to inspect sth | to inspect sth for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inspect
γ΄ ενικό πρόσωπο
inspects
ενεστώτα μετοχή
inspecting
απλός αόριστος
inspected
παθητική μετοχή
inspected
Παραδείγματα
The police officer inspected the scene of the crime for any clues.
Ο αστυνομικός επιθεώρησε τη σκηνή του εγκλήματος για τυχόν στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
inspection
inspector
inspect



























