Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inspect
01
επιθεωρώ, εξετάζω
to carefully examine something to check its condition or make sure it meets standards
Transitive: to inspect sth
Παραδείγματα
The mechanic will inspect the car to ensure it is safe to drive.
Ο μηχανικός θα ελέγξει το αυτοκίνητο για να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να οδηγηθεί.
02
επιθεωρώ, εξετάζω
to look at someone or something carefully
Transitive: to inspect sth | to inspect sth for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inspect
γ΄ ενικό πρόσωπο
inspects
ενεστώτα μετοχή
inspecting
απλός αόριστος
inspected
παθητική μετοχή
inspected
Παραδείγματα
Before purchasing, she decided to inspect the house for any hidden damages.
Πριν από την αγορά, αποφάσισε να ελέγξει το σπίτι για τυχόν κρυφές ζημιές.
Λεξικό Δέντρο
inspection
inspector
inspect



























