Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to insist
01
επιμένω, απαιτώ
to urgently demand someone to do something or something to take place
Παραδείγματα
She insisted on paying for dinner, despite our protests.
Εκείνη επέμενε να πληρώσει το δείπνο, παρά τις διαμαρτυρίες μας.
02
επιμένω, επιμένω
to be firm or resolute about something and refuse to change one's position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
insist
γ΄ ενικό πρόσωπο
insists
ενεστώτα μετοχή
insisting
απλός αόριστος
insisted
παθητική μετοχή
insisted
Παραδείγματα
She insisted on paying for the meal.
Εκείνη επέμενε να πληρώσει το γεύμα.
03
επιμένω, διακηρύσσω
to assert or postulate something positively and confidently
Παραδείγματα
He insisted on the accuracy of his calculations.
Επέμενε στην ακρίβεια των υπολογισμών του.
Λεξικό Δέντρο
insistence
insistent
insisting
insist



























