Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insensitive
01
αναισθητος, ασυγκίνητος
not caring about other people's feelings
Παραδείγματα
Her insensitive actions toward her friend strained their relationship.
Οι αναισθητο πράξεις της απέναντι στον φίλο της έφεραν ένταση στη σχέση τους.
02
αναισθητος, μουδιασμένος
not responsive to physical sensation
Παραδείγματα
The metal was insensitive to heat under normal conditions.
Το μέταλλο ήταν αναισθητο στη θερμότητα υπό κανονικές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
insensitive
sensitive
sense



























