insensitive
in
ɪn
in
sen
ˈsɛn
sen
si
si
tive
tɪv
tiv
oversensitivesensitive

Ορισμός και σημασία του "insensitive"στα αγγλικά

insensitive
01

αναισθητος, ασυγκίνητος

not caring about other people's feelings 
insensitive definition and meaning
Παραδείγματα
His insensitive remarks about her appearance left her feeling hurt and self-conscious. 

Τα αναισθητοποιημένα σχόλιά του για την εμφάνισή της την άφησαν να νιώθει πληγωμένη και συνειδητοποιημένη.

02

αναισθητος, μουδιασμένος

not responsive to physical sensation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insensitive
συγκριτικός βαθμός
more insensitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient's fingers were insensitive to touch after the injury. 

Τα δάχτυλα του ασθενούς ήταν αναισθητοποιημένα στο άγγιγμα μετά τον τραυματισμό.

Λεξικό Δέντρο

insensitive
sensitive
sense
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store