inpatient
Pronunciation
/ˈɪnˌpeɪʃənt/

Ορισμός και σημασία του "inpatient"στα αγγλικά

01

νοσηλευόμενος ασθενής, ασθενής σε νοσηλεία

a patient who stays in the hospital while they receive treatment
inpatient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inpatients
Παραδείγματα
They scheduled regular check-ups for the inpatient to track progress and adjust treatment.
Προγραμμάτισαν τακτικούς ελέγχους για τον νοσηλευόμενο ασθενή για να παρακολουθήσουν την πρόοδο και να προσαρμόσουν τη θεραπεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store