injunction
in
ɪn
in
junc
ˈʤʌnk
jank
tion
ʃən
shēn
injectioninunction

Ορισμός και σημασία του "injunction"στα αγγλικά

01

εντολή, διαταγή

a strong directive or order from an authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
injunctions
Παραδείγματα
The teacher issued an injunction to the students to stop running in the hallways. 

Ο δάσκαλος εξέδωσε εντολή στους μαθητές να σταματήσουν να τρέχουν στους διαδρόμους.

02

δικαστική απόφαση, διαταγή

a legal order from a court that requires a party to do or refrain from doing a specific action 
Παραδείγματα
A temporary injunction was granted, halting the eviction process until the case could be reviewed. 

Εκδόθηκε μια προσωρινή διαταγή, διακόπτοντας τη διαδικασία despoliation μέχρι να μπορέσει να εξεταστεί η υπόθεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

injunction
junction
junct
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store