Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Injunction
01
εντολή, διαταγή
a strong directive or order from an authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
injunctions
Παραδείγματα
The teacher issued an injunction to the students to stop running in the hallways.
Ο δάσκαλος εξέδωσε εντολή στους μαθητές να σταματήσουν να τρέχουν στους διαδρόμους.
Παραδείγματα
A temporary injunction was granted, halting the eviction process until the case could be reviewed.
Εκδόθηκε μια προσωρινή διαταγή, διακόπτοντας τη διαδικασία despoliation μέχρι να μπορέσει να εξεταστεί η υπόθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
injunction
junction
junct



























