Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Initialism
01
ακρωνύμιο, συντομογραφία
a type of abbreviation where the first letter of each word in a phrase or name is used to form a pronounceable acronym-like string of letters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
initialisms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
initialism
initial



























