initiative
i
ɪ
ι
ni
ˈnɪ
νι
tia
ʃə
σα
tive
tɪv
τιβ

Ορισμός και σημασία του "initiative"στα αγγλικά

01

πρωτοβουλία, πνεύμα πρωτοβουλίας

the willingness to take action and start new things without being prompted or directed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
initiatives
Παραδείγματα
Her initiative in organizing the event impressed everyone. 

Η πρωτοβουλία της στη διοργάνωση της εκδήλωσης εντυπωσίασε όλους.

02

πρωτοβουλία, πρώτη δράση

the first of a series of actions 
initiative
01

πρωτοβουλία

serving to set in motion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, leadership, behavior

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store