Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inhalation
01
εισπνοή, αναπνοή
the intake of air or a substance into the lungs through the process of breathing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inhalations
02
εισπνοή, φάρμακο για εισπνοή
a medication to be taken by inhaling it
Λεξικό Δέντρο
inhalation
inhale



























