Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ingratiate
01
κολακεύω, προσπαθώ να κερδίσω την εύνοια
to bring oneself into favor with someone by trying to please them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ingratiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ingratiates
ενεστώτα μετοχή
ingratiating
απλός αόριστος
ingratiated
παθητική μετοχή
ingratiated
Παραδείγματα
He tried to ingratiate himself with the hiring manager by praising the company's recent success.
Προσπάθησε να κερδίσει την εύνοια του υπεύθυνου πρόσληψης επαινώντας τις πρόσφατες επιτυχίες της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
ingratiating
ingratiation
ingratiatory
ingratiate
ingrati



























