Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ingratiate
01
κολακεύω, προσπαθώ να κερδίσω την εύνοια
to bring oneself into favor with someone by trying to please them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ingratiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ingratiates
ενεστώτα μετοχή
ingratiating
απλός αόριστος
ingratiated
παθητική μετοχή
ingratiated
Παραδείγματα
He was accused of trying to ingratiate himself into the family to gain access to their wealth.
Κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να κολακεύσει την οικογένεια για να αποκτήσει πρόσβαση στο πλούτο τους.
Λεξικό Δέντρο
ingratiating
ingratiation
ingratiatory
ingratiate
ingrati



























