to ingratiate
ing
ˈɪng
ing
ra
reɪ
rei
tiate
ˌʃieɪt
shieit
insatiate

Ορισμός και σημασία του "ingratiate"στα αγγλικά

to ingratiate
01

κολακεύω, προσπαθώ να κερδίσω την εύνοια

to bring oneself into favor with someone by trying to please them 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ingratiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ingratiates
ενεστώτα μετοχή
ingratiating
απλός αόριστος
ingratiated
παθητική μετοχή
ingratiated
Παραδείγματα
He tried to ingratiate himself with the hiring manager by praising the company's recent success. 

Προσπάθησε να κερδίσει την εύνοια του υπεύθυνου πρόσληψης επαινώντας τις πρόσφατες επιτυχίες της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ingratiating
ingratiation
ingratiatory
ingratiate
ingrati
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store