ingenuous
Pronunciation
/ˌɪnˈdʒɛnjuəs/

Ορισμός και σημασία του "ingenuous"στα αγγλικά

01

αφελής, αθώος

showing simplicity, honesty, or innocence and willing to trust others due to a lack of life experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ingenuous
συγκριτικός βαθμός
more ingenuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ingenuous belief in fairy tales persisted well into adulthood.
Η αφελής πίστη του στα παραμύθια διήρκεσε μέχρι την ενήλικη ζωή.
02

αφελής, ειλικρινής

lacking craft, guile, or subtlety
Παραδείγματα
The letter 's ingenuous tone betrayed inexperience.
Ο αφελής τόνος της επιστολής πρόδιδε την έλλειψη εμπειρίας.

Λεξικό Δέντρο

disingenuous
ingenuously
ingenuousness
ingenuous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store