Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingenuous
01
αφελής, αθώος
showing simplicity, honesty, or innocence and willing to trust others due to a lack of life experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ingenuous
συγκριτικός βαθμός
more ingenuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her ingenuous questions revealed how new she was to the industry.
Οι αφελείς ερωτήσεις της αποκάλυψαν πόσο καινούρια ήταν στη βιομηχανία.
02
αφελής, ειλικρινής
lacking craft, guile, or subtlety
Παραδείγματα
His ingenuous remarks revealed more than he intended.
Οι αφελείς παρατηρήσεις του αποκάλυψαν περισσότερα από όσα σκόπευε.
Λεξικό Δέντρο
disingenuous
ingenuously
ingenuousness
ingenuous



























