Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ingenuity
01
εφευρετικότητα, εφαρμοστική ικανότητα
the ability to think creatively and come up with innovative solutions to problems or challenges
Παραδείγματα
He admired the ingenuity behind ancient architecture.
Θαύμαζε την εφευρετικότητα πίσω από την αρχαία αρχιτεκτονική.
02
εφευρετικότητα, έξυπνη εφεύρεση
a clever or inventive object, tool, or mechanism created through skillful design
Παραδείγματα
This simple bridge is an ingenuity of local engineering.
Αυτή η απλή γέφυρα είναι μια εφευρετικότητα της τοπικής μηχανικής.



























