ingenuity
in
ˌɪn
in
ge
ʤɪ
ji
nui
ˈnju:ɪ
nyooi
ty
ti
ti
ambiguitycongruitycontinuityannuity

Ορισμός και σημασία του "ingenuity"στα αγγλικά

01

εφευρετικότητα, εφαρμοστική ικανότητα

the ability to think creatively and come up with innovative solutions to problems or challenges 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His ingenuity helped solve the complex engineering problem. 

Η εφευρετικότητά του βοήθησε στην επίλυση του πολύπλοκου μηχανικού προβλήματος.

02

εφευρετικότητα, έξυπνη εφεύρεση

a clever or inventive object, tool, or mechanism created through skillful design 
Παραδείγματα
The new lock is a remarkable ingenuity of modern engineering. 

Η νέα κλειδαριά είναι μια αξιοσημείωτη εφευρετικότητα της σύγχρονης μηχανικής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store