Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ingeminate
01
επαναλαμβάνω, επαναφέρω
to say, state, or perform again
02
επαναλαμβάνω άδικα, εμφανίζω προκατάληψη
not fair; marked by injustice or partiality or deception
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ingeminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ingeminates
ενεστώτα μετοχή
ingeminating
απλός αόριστος
ingeminated
παθητική μετοχή
ingeminated
Λεξικό Δέντρο
ingeminate
geminate



























