Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informally
01
ανεπίσημα, με ανεπίσημο τρόπο
without strict adherence to established procedures, rules, or official protocols
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They informally discussed potential solutions to the project challenges over coffee.
Συζήτησαν ανεπίσημα πιθανές λύσεις για τις προκλήσεις του έργου πίνοντας καφέ.
02
ανεπίσημα, με καθομιλουμένη γλώσσα
in a manner using casual or colloquial language
Παραδείγματα
He spoke informally, tossing in slang and jokes as he explained.
Μίλησε ανεπίσημα, ρίχνοντας αργκό και αστεία καθώς εξηγούσε.
Λεξικό Δέντρο
informally
formally
formal
form



























