Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inform
01
πληροφορώ, ενημερώνω
to give information about someone or something, especially in an official manner
Ditransitive: to inform sb of sth | to inform sb about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inform
γ΄ ενικό πρόσωπο
informs
ενεστώτα μετοχή
informing
απλός αόριστος
informed
παθητική μετοχή
informed
Παραδείγματα
The doctor took the time to inform the patient of the potential side effects of the prescribed medication.
Ο γιατρός αφιέρωσε χρόνο για να ενημερώσει τον ασθενή για τις πιθανές παρενέργειες του συνταγογραφημένου φαρμάκου.
02
πληροφορώ, επηρεάζω
to characterize or influence a style, behavior, opinion, etc.
Transitive: to inform a style or behavior
Παραδείγματα
Traditional values inform the customs and rituals observed in the community's ceremonies.
Οι παραδοσιακές αξίες ενημερώνουν τα έθιμα και τις τελετές που παρατηρούνται στις τελετές της κοινότητας.
Παραδείγματα
The informant informed on the drug lord, providing valuable information that led to his arrest.
Ο πληροφοριοδότης ενημέρωσε για τον ναρκέμπορο, παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες που οδήγησαν στη σύλληψή του.
Λεξικό Δέντρο
informatory
informer
misinform
inform
form



























