Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inflammatory
01
φλεγμονώδης, προφλεγμονώδης
causing or involving swelling and irritation of body tissues
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inflammatory
συγκριτικός βαθμός
more inflammatory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Inflammatory skin disorders like psoriasis and eczema result in redness and itching of the skin.
Οι φλεγμονώδεις διαταραχές του δέρματος όπως η ψωρίαση και το έκζεμα προκαλούν ερυθρότητα και φαγούρα του δέρματος.
02
προκλητικός, υποκινητικός
provocative in a way that incites strong emotions, especially anger, outrage, or conflict
Παραδείγματα
The speaker's inflammatory remarks led to protests outside the venue.
Οι προκλητικές παρατηρήσεις του ομιλητή οδήγησαν σε διαμαρτυρίες έξω από τον χώρο.
Λεξικό Δέντρο
noninflammatory
proinflammatory
inflammatory
inflammat



























