Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inflammatory
01
φλεγμονώδης, προφλεγμονώδης
causing or involving swelling and irritation of body tissues
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inflammatory
συγκριτικός βαθμός
more inflammatory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Inflammatory responses play a crucial role in the body's defense against infections.
Οι φλεγμονώδεις αντιδράσεις παίζουν κρίσιμο ρόλο στην άμυνα του οργανισμού έναντι των λοιμώξεων.
02
προκλητικός, υποκινητικός
provocative in a way that incites strong emotions, especially anger, outrage, or conflict
Παραδείγματα
The politician made inflammatory claims to rally his supporters.
Ο πολιτικός έκανε προκλητικές ισχυρίσεις για να συγκεντρώσει τους υποστηρικτές του.
Λεξικό Δέντρο
noninflammatory
proinflammatory
inflammatory
inflammat



























