Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to infest
01
μολύνω, εποικίζω
to overrun in large numbers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
infest
γ΄ ενικό πρόσωπο
infests
ενεστώτα μετοχή
infesting
απλός αόριστος
infested
παθητική μετοχή
infested
Παραδείγματα
Last summer, the picnic area was infested with mosquitoes, forcing us to cut our outing short.
Το περασμένο καλοκαίρι, η πικνικ περιοχή ήταν γεμάτη από κουνούπια, αναγκάζοντάς μας να κόψουμε την έξοδό μας σύντομη.
02
μολύνω, κατακλύζω
(parasites) to inhabit or occupy a place in large numbers
Παραδείγματα
The fleas infest the dog's fur, causing constant itching and discomfort.
Οι ψύλλοι μολύνουν το τρίχωμα του σκύλου, προκαλώντας συνεχές φαγούρα και δυσφορία.
03
μολύνω, εποικίζω
occupy in large numbers or live on a host
Λεξικό Δέντρο
disinfest
infestation
infest



























