inequity
in
ˌɪn
ιν
eq
ɛk
εκ
ui
ουα
ty
ti
τι
/ɪnˈɛkwɪti/

Ορισμός και σημασία του "inequity"στα αγγλικά

01

ανισότητα, αδικία

a situation or something that is lacking in equality or fairness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inequities
Παραδείγματα
She spoke out against the inequity in the education system, which disadvantaged underprivileged students.
Μίλησε κατά της ανισότητας στο εκπαιδευτικό σύστημα, που désavantagé τους φτωχούς μαθητές.

Λεξικό Δέντρο

inequity
equity
equ
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store