inequity
in
ɪn
ιν
eq
ˈɛk
εκ
ui
ουι
ty
ti
τι
iniquityinequality

Ορισμός και σημασία του "inequity"στα αγγλικά

01

ανισότητα, αδικία

a situation or something that is lacking in equality or fairness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
inequities
Παραδείγματα
The inequity in the distribution of resources led to significant disparities between communities. 

Η ανισότητα στην κατανομή των πόρων οδήγησε σε σημαντικές διαφορές μεταξύ των κοινοτήτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inequity
equity
equ
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store