inequality
Pronunciation
/ˈɪniˈkwɑɫəti/, /ˌɪnəˈkwɑɫəti/, /ˌɪnɪˈkwɑɫəti/

Ορισμός και σημασία του "inequality"στα αγγλικά

01

ανισότητα, αδικία

a situation in which people or groups are not treated equally or fairly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inequalities
Παραδείγματα
Governments implement policies to reduce social and economic inequality.
Οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν πολιτικές για τη μείωση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας.
02

ανισότητα

a statement that compares two quantities, expressions, or values and indicates their relative sizes
Παραδείγματα
In calculus, inequalities are used to express conditions for the convergence or divergence of series and sequences.
Στον λογισμό, οι ανισότητες χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν τις συνθήκες σύγκλισης ή απόκλισης σειρών και ακολουθιών.

Λεξικό Δέντρο

inequality
equality
equal
equ
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store