inequality
in
ˌɪn
in
eq
ˈɪk
ik
ua
vo
li
ty
ti
ti
inequity

Ορισμός και σημασία του "inequality"στα αγγλικά

01

ανισότητα, αδικία

a situation in which people or groups are not treated equally or fairly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
inequalities
Παραδείγματα
Inequality exists in many parts of the world. 

Ανισότητα υπάρχει σε πολλά μέρη του κόσμου.

02

ανισότητα

a statement that compares two quantities, expressions, or values and indicates their relative sizes 
Παραδείγματα
The inequality x>5 represents all real numbers greater than 5. 

Η ανισότητα x>5 αντιπροσωπεύει όλους τους πραγματικούς αριθμούς μεγαλύτερους από 5.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inequality
equality
equal
equ
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store