ineffectively
in
ˌɪn
ιν
e
ɪ
ι
ffec
ˈfɛk
φεκ
tive
tɪv
τιβ
ly
li
λι
prospectivelyreflectivelyrespectivelysubjectively

Ορισμός και σημασία του "ineffectively"στα αγγλικά

ineffectively
01

αναποτελεσματικά

in a manner that fails to produce any results 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ineffectively
effectively
effective
effect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store