Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indisposition
01
απροθυμία, δισταγμός
a mild reluctance to do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indispositions
Παραδείγματα
She expressed some indisposition to attend the meeting.
Εξέφρασε κάποια δυσαρέσκεια να παραστεί στη συνάντηση.
02
δυσφορία, κακή διάθεση
a mild state of being unwell, often leading to a temporary inability to perform one's usual activities
Παραδείγματα
Despite his indisposition, the employee made an effort to attend the important business meeting.
Παρά την δυσφορία του, ο εργαζόμενος έκανε μια προσπάθεια να παραβρεθεί στη σημαντική επιχειρηματική συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
indisposition
disposition
position
posit



























