arable
a
ˈæ
ā
rable
rəbl
rēbl
biocompatible

Ορισμός και σημασία του "arable"στα αγγλικά

01

αραβόσιμος, καλλιεργήσιμος

having the capacity to be used to grow crops 
arable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most arable
συγκριτικός βαθμός
more arable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
agriculture, land, soil
Παραδείγματα
The farm has large arable fields perfect for wheat. 

Η φάρμα έχει μεγάλα καλλιεργήσιμα χωράφια ιδανικά για σιτάρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store