Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arabian
01
αραβικός, αραβικό καθαρόαιμο άλογο
a spirited graceful and intelligent riding horse native to Arabia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Arabians
02
Άραβας, Αραβικής καταγωγής
a member of a Semitic people originally from the Arabian peninsula and surrounding territories who speaks Arabic and who inhabits much of the Middle East and northern Africa
arabian
01
αραβικός, σχετικός με τα αραβικά άλογα
of or relating to Arabian horses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
αραβικός, σχετικός με την Αραβία
relating to or associated with Arabia or its people



























