Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incumbent
01
κάτοχος, εν ενεργεία
the current holder of a particular office or position, especially in politics
Παραδείγματα
The incumbent used their influence to sway the decision in their favor.
Ο κάτοχος χρησιμοποίησε την επιρροή του για να επηρεάσει την απόφαση υπέρ του.
incumbent
Παραδείγματα
The party decided not to replace its incumbent candidate.
Το κόμμα αποφάσισε να μην αντικαταστήσει τον εν ενεργεία υποψήφιό του.
02
υποχρεωτικός, απαραίτητος
required or obligatory for someone as a duty or responsibility
Παραδείγματα
It is incumbent upon teachers to guide their students fairly.
Ανήκει στους δασκάλους να καθοδηγούν τους μαθητές τους δίκαια.
03
ακουμπισμένος, αναπαυόμενος
resting or leaning on a supporting surface
Παραδείγματα
The knight was portrayed as incumbent over his shield.
Ο ιππότης απεικονίστηκε ως incumbent πάνω στην ασπίδα του.



























