Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inculcate
01
ενσταλάσσω, εμφυσώ
to teach an idea, belief, skill, etc. through constant repetition
Transitive: to inculcate an idea or value in sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inculcate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inculcates
ενεστώτα μετοχή
inculcating
απλός αόριστος
inculcated
παθητική μετοχή
inculcated
Παραδείγματα
The motivational speaker has been inculcating a positive mindset in audiences worldwide.
Ο ομιλητής κινήτρων ενστήθισε μια θετική νοοτροπία σε κοινό παγκοσμίως.
Λεξικό Δέντρο
inculcation
inculcate



























