Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inculcate
01
ενσταλάσσω, εμφυσώ
to teach an idea, belief, skill, etc. through constant repetition
Transitive: to inculcate an idea or value in sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inculcate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inculcates
ενεστώτα μετοχή
inculcating
απλός αόριστος
inculcated
παθητική μετοχή
inculcated
Παραδείγματα
Parents often strive to inculcate good manners and values in their children.
Οι γονείς συχνά προσπαθούν να ενσταλάξουν καλούς τρόπους και αξίες στα παιδιά τους.
Λεξικό Δέντρο
inculcation
inculcate



























