Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incriminating
01
ενοχοποιητικός, κατηγορηματικός
showing or suggesting someone is guilty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incriminating
συγκριτικός βαθμός
more incriminating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, evidence, guilt
Παραδείγματα
They found incriminating evidence.
Βρήκαν ενοχοποιητικά στοιχεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incriminatingly
incriminating
incriminate
criminate
crime



























