Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incriminating
01
ενοχοποιητικός, κατηγορηματικός
showing or suggesting someone is guilty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incriminating
συγκριτικός βαθμός
more incriminating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The investigation revealed incriminating financial records that implicated several officials in corruption.
Η έρευνα αποκάλυψε κατηγορηματικά οικονομικά αρχεία που εμπλέκουν αρκετούς αξιωματούχους στη διαφθορά.
Λεξικό Δέντρο
incriminatingly
incriminating
incriminate
criminate
crime



























