Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incontestable
01
αδιαμφισβήτητος
true and therefore impossible to be denied or disagreed with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incontestable
συγκριτικός βαθμός
more incontestable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impact of her groundbreaking research was incontestable in the academic community.
Η επίδραση της πρωτοποριακής της έρευνας ήταν αδιαμφισβήτητη στην ακαδημαϊκή κοινότητα.
02
αδιαμφισβήτητος
not open to question; obviously true
Λεξικό Δέντρο
incontestably
incontestable
contestable
contest



























