Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incontestable
01
αδιαμφισβήτητος
true and therefore impossible to be denied or disagreed with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incontestable
συγκριτικός βαθμός
more incontestable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The evidence provided was incontestable and proved the defendant's guilt.
Τα στοιχεία που παρέχονταν ήταν αδιαμφισβήτητα και απέδειξαν την ενοχή του κατηγορούμενου.
02
αδιαμφισβήτητος
not open to question; obviously true
Λεξικό Δέντρο
incontestably
incontestable
contestable
contest



























