Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconsolable
01
απαρηγόρητος
lacking the ability to be comforted due to being too sad or disappointed
Παραδείγματα
The child was inconsolable after losing his favorite toy.
Το παιδί ήταν απαρηγόρητο αφού έχασε το αγαπημένο του παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
inconsolable
consolable
console



























