Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconsolable
01
απαρηγόρητος
lacking the ability to be comforted due to being too sad or disappointed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconsolable
συγκριτικός βαθμός
more inconsolable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was inconsolable after her dog passed away.
Ήταν απαρηγόρητη μετά τον θάνατο του σκύλου της.
Λεξικό Δέντρο
inconsolable
consolable
console



























