Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incomplete
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incomplete
συγκριτικός βαθμός
more incomplete
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His application was incomplete, so it got rejected.
Η αίτησή του ήταν ατελής, γι' αυτό και απορρίφθηκε.
02
ατελής, ημιτελής
requiring further work or attention to reach a finished state
Παραδείγματα
The construction project was left incomplete when the contractor went bankrupt.
Το έργο κατασκευής άφησε ανολοκλήρωτο όταν ο ανάδοχος χρεοκόπησε.
03
ατελής, μερικός
a diagnostic procedure to detect breast tumors by the use of X rays
Λεξικό Δέντρο
incomplete
complete



























