Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inclusive
01
περιεκτικός, ολοκληρωτικός
including everything or everyone, without excluding any particular group or element
Παραδείγματα
The inclusive recreational program offered activities and events that catered to people of all abilities and interests.
Το χωρίς αποκλεισμούς αναψυχής πρόγραμμα προσέφερε δραστηριότητες και εκδηλώσεις που απευθύνονταν σε άτομα όλων των ικανοτήτων και ενδιαφερόντων.
Λεξικό Δέντρο
inclusive
include



























