inclusive
inc
ˌɪnk
ινκ
lu
lu
λου
sive
sɪv
σιβ
/ɪnklˈuːsɪv/

Ορισμός και σημασία του "inclusive"στα αγγλικά

01

περιεκτικός, ολοκληρωτικός

including everything or everyone, without excluding any particular group or element
inclusive definition and meaning
Παραδείγματα
The inclusive recreational program offered activities and events that catered to people of all abilities and interests.
Το χωρίς αποκλεισμούς αναψυχής πρόγραμμα προσέφερε δραστηριότητες και εκδηλώσεις που απευθύνονταν σε άτομα όλων των ικανοτήτων και ενδιαφερόντων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store