incidence
in
ˈɪn
in
ci
si
dence
dəns
dēns
incipience

Ορισμός και σημασία του "incidence"στα αγγλικά

01

συχνότητα εμφάνισης, ποσοστό εμφάνισης

the rate or frequency at which something happens or occurs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incidences
Παραδείγματα
Schools in the region reported a lower incidence of bullying after implementing new programs. 

Τα σχολεία της περιοχής ανέφεραν χαμηλότερη συχνότητα εκφοβισμού μετά την εφαρμογή νέων προγραμμάτων.

02

πρόσπτωση, γωνία πρόσπτωσης

the act of a light beam hitting or striking a surface 
Παραδείγματα
Changing the angle of the light's incidence can create different shadow effects in photography. 

Η αλλαγή της γωνίας πρόσπτωσης του φωτός μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικά εφέ σκιάς στη φωτογραφία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store