inceptive
in
ɪn
in
cep
ˈsɛp
sep
tive
tɪv
tiv
incentiveincitive

Ορισμός και σημασία του "inceptive"στα αγγλικά

01

αρχικός, εναρκτήριος

marking the beginning or start of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, process, development
Παραδείγματα
The company's inceptive product laid the foundation for a range of innovative gadgets. 

Το αρχικό προϊόν της εταιρείας έθεσε τα θεμέλια για μια σειρά από καινοτόμα gadget.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inceptive
incept
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store