Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incapacitated
01
ανίκανος, ανικανός
unable to act, work, or function normally because of a loss of strength, ability, or power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incapacitated
συγκριτικός βαθμός
more incapacitated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The strike incapacitated the city's transportation system.
Η απεργία απέρριψε το σύστημα μεταφορών της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
incapacitated
incapacitate
capacitate
capacit



























