impurity
im
ɪm
im
pu
pjʊ
pyoo
ri
ri
ty
ti
ti
impunity

Ορισμός και σημασία του "impurity"στα αγγλικά

01

ακαθαρσία, απόβλητο

worthless or dangerous material that should be removed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impurities
02

ακαθαρσία

the condition of being impure 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store