impurity
im
ˌɪm
im
pu
ˈpjʊ
pyoo
ri
ty
ti
ti
/ɪmpjˈʊɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "impurity"στα αγγλικά

01

ακαθαρσία, απόβλητο

worthless or dangerous material that should be removed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impurities
02

ακαθαρσία

the condition of being impure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store