Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impugn
01
αμφισβητώ, αμφιβάλλω
to question someone's honesty, quality, motive, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impugn
γ΄ ενικό πρόσωπο
impugns
ενεστώτα μετοχή
impugning
απλός αόριστος
impugned
παθητική μετοχή
impugned
Παραδείγματα
He was impugning the researcher ’s integrity during the conference.
Αμφισβητούσε την ακεραιότητα του ερευνητή κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης.
Λεξικό Δέντρο
impugnable
impugn



























