impugn
im
ˌɪm
ιμ
pugn
ˈpjun
πγουν
/ɪmpjˈuːn/

Ορισμός και σημασία του "impugn"στα αγγλικά

to impugn
01

αμφισβητώ, αμφιβάλλω

to question someone's honesty, quality, motive, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impugn
γ΄ ενικό πρόσωπο
impugns
ενεστώτα μετοχή
impugning
απλός αόριστος
impugned
παθητική μετοχή
impugned
Παραδείγματα
He was impugning the researcher ’s integrity during the conference.
Αμφισβητούσε την ακεραιότητα του ερευνητή κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store