imprudent
im
ɪm
im
pru
ˈpru:
proo
dent
dənt
dēnt
impendentimpudent

Ορισμός και σημασία του "imprudent"στα αγγλικά

01

ασύνετος, απερίσκεπτος

unwise and not considerate about consequences of an action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imprudent
συγκριτικός βαθμός
more imprudent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, judgment, ethics
Παραδείγματα
Borrowing more money without a repayment plan would be highly imprudent. 

Το να δανειστείτε περισσότερα χρήματα χωρίς σχέδιο αποπληρωμής θα ήταν εξαιρετικά απερίσκεπτο.

02

απερίσκεπτος, ασύνετος

lacking wise self-restraint 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imprudent
prudent
prud
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store