Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imprudent
01
ασύνετος, απερίσκεπτος
unwise and not considerate about consequences of an action
Παραδείγματα
It ’s imprudent to take shortcuts when safety is at stake.
Είναι απερίσκεπτο να παίρνεις συντομεύσεις όταν η ασφάλεια είναι σε κίνδυνο.
02
απερίσκεπτος, ασύνετος
lacking wise self-restraint
Λεξικό Δέντρο
imprudent
prudent
prud



























